Το ελληνικό μαύρο χαβιάρι | Tsantirinews

Το ελληνικό μαύρο χαβιάρι

xaviari

Μαύρο χαβιάρι είναι έτοιμη να ρίξει στην ελληνική αγορά μονάδα στην Ήπειρο, όπου οι εκτροφείς του οξύριγχου, τα τελευταία δέκα χρόνια παρέχουν την τροφή και φροντίδα που χρειάζεται το ψάρι αυτό, ώστε να ωριμάσει κατάλληλα και να ανταμείψει με τα αυγά του τους παραγωγούς του. Βέβαια, η όλη προσπάθειά τους, μπορεί να πέσει στο κενό, αφού η έλλειψη εμπειρίας των ελληνικών υπηρεσιών καθυστερεί την έκδοση των σχετικών αδειών για την παραγωγή και εμπορία του ελληνικού… μαύρου χαβιαριού.

Ωστόσο, όπως τόνισε στο ΑΜΠΕ ο αναπληρωτής καθηγητής Κτηνιατρικής Σχολής του ΑΠΘ, Παναγιώτης Αγγελίδης, οι γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και καθυστερήσεις που «καλώς εχόντων των πραγμάτων» αναμένεται να αντιμετωπιστούν και με το ειδικό πλαίσιο χωροταξικού σχεδιασμού που επιχειρείται για τις υδατοκαλλιέργειες και που θα ανοίξει το δρόμο για διάφορες δραστηριότητες στον κλάδο, όπως και την καλλιέργεια φυκιών στην θάλασσα.

Αναφερόμενος στις υδατοκαλλιέργειες του γλυκού νερού, ο κ. Αγγελίδης επεσήμανε ότι είναι περιορισμένες στην Ελλάδα, και ως εκ τούτο δεν παρατηρείται πρόβλημα στην χωροθέτηση των μονάδων.

Σημείωσε, ότι οι υδατοκαλλιέργειες γλυκού νερού εντοπίζονται κυρίως στην Ήπειρο (Άρτα) και αρκετά λιγότερο σε περιοχές της Βόρειας Ελλάδας και εκτρέφονται τα εξής είδη: πέστροφα (2,500 τόνους/ετησίως, κυπρίνος ή γριβάδι (200 τόνοι.ετησίως), οξύριγχος (200 τόνοι ετησίως εκτιμάται) και χέλια (500 τόνοι ετησίως).

Σχετικά με τα χέλια που η εκτροφή τους εντοπίζεται κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα (δύο μονάδες) και την Άρτα (τρεις μονάδες), ο κ. Αγγελίδης επεσήμανε ότι έχουν χρεοκοπήσει και δεν μπορούν να παράγουν, λόγω έλλειψης κεφαλαίου, παρά το ότι οι τιμές έχουν ανέβει στα ύψη 15 ευρώ/κιλό, από 5 ευρώ/κιλό την προηγούμενη περίοδο. Η πτώση τιμών οφείλεται σύμφωνα με τον ίδιο στην είσοδο της Κίνας στην αγορά, την οποία η ΕΕ καθυστέρησε «να αντιμετωπίσει».

Στις θαλάσσιες υδατοκαλλιέργειες, σύμφωνα τον κ.Αγγελίδη η παραγωγή είναι τεράστια, όπως και η τεχνογνωσία και οι μονάδες εντοπίζονται κυρίως στη Νότια και Δυτική Ελλάδα, λίγες στη Βόρεια Ελλάδα (Βουρβουρού και Καλαμίτσι Χαλκιδικής και Καβάλα). Όπως επεσήμανε, η Ελλάδα παράγει το 60% της συνολικής παραγωγής στη λεκάνη της Μεσογείου, ενώ επεσήμανε ότι εκτρέφονται τα εξής είδη: Τσιπούρα, λαβράκι (100.000 τόνοι ετησίως) και είδη ψαριών που είναι νεοεισερχόμενα στην εκτροφή ψαριών, όπως μεταξύ άλλων: φαγκρί, σαργός, λιθρίνι, γλώσσα και χιόνα, και που οι παραγωγοί τους είναι στο τελικό στάδιο τελειοποίησης των τεχνικών εκτροφής τους. Το 80% των υδατοκαλλιεργειών της θαλάσσιας εκτροφής εξάγεται κυρίως σε Ισπανία, Ιταλία Γαλλία, Γερμανία, Βέλγιο, Αμερική και Ρωσία.
Τονίζοντας ότι εντοπίζεται μεγάλο κενό στην διακίνηση των ψαριών αυτών, ο κ. Αγγελίδης σημείωσε ότι τα δίκτυα μεταφοράς που λειτουργούν δεν είναι τόσο καλά οργανωμένα και οι τιμές για την παροχή υπηρεσιών τους, καταγράφονται από φυσιολογικές, ως και υψηλές.

Σχετικά με τη χωροθέτησή τους, ο κ.Αγγελίδης υπογράμμισε ότι η τεράστια ανάπτυξη των θαλάσσιων υδατοκαλλιεργειών σε συγκεκριμένες τοποθεσίες, σε συνδυασμό με τα ενστάσεις που προβάλλουν φορείς περιοχών όπου θα μπορούσαν να… ανθίσουν σε μεγάλο βαθμό, έχει οδηγήσει σε κορεσμό των διαθέσιμων θέσεων.

Στο πλαίσιο αυτό, τάσσεται υπέρ του ειδικού πλαισίου χωροταξικού σχεδιασμού για τις υδατοκαλλιέργειες που προωθεί το υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, αρκεί όπως είπε να γίνει με βάση την προστασία τόσο του περιβάλλοντος, όσο και των ιχθυοπαραγωγών και να οδηγεί στην πάταξη της γραφειοκρατίας.

Για τις περιβαλλοντικές μελέτες που εκπονούνται, ο κ.Αγγελίδης σημείωσε ότι πρέπει να απλουστευθούν, όπως άρχισε να γίνεται με το νόμο 4014 του 2011, αλλά και να περιοριστεί η γραφειοκρατία που τις συνοδεύει, όπως και να ενταθούν οι έλεγχοι σχετικά με την εφαρμογή τους.Μεταξύ άλλων, διαβεβαίωσε ότι οι κτηνίατροι και ιχθυοπαθολόγοι ανά την Ελλάδα πραγματοποιούν εντατικούς ελέγχους, κάνουν τους απαραίτητους εμβολιασμούς και διαφυλάττουν τη δημόσια υγεία.

Οστρακολαλλιέργεια.. φάτε άφοβα τα μύδια που κυκλοφορούν στην αγορά

«Όταν υπάρχουν στην αγορά, φάτε άφοβα τα μύδια», προτρέπει και λέει με βεβαιότητα στο ΑΜΠΕ ο κ.Αγγελίδης, τονίζοντας ότι οι έλεγχοι των κτηνιάτρων είναι σημαντικά εντατικοί και διαβεβαίωσε, «πέρασε η περίοδος αμφιβολίας και αμφισβήτησης και πλέον οι παραγωγοί κάθονται σαν καλά παιδιά και ακούν με ευλάβεια τους κτηνιάτρους».
Το 90% της οστρακοκαλλιέργειας στη χώρα μας εντοπίζεται στο Θερμαϊκό Κόλπο και υπάρχουν τρεις μηδοπαραγωγικές περιοχές σε Θεσσαλονίκη, Κλειδί Ημαθίας και Πιερία, ενώ η ετήσια παραγωγή φθάνει τους 30.000 τόνους.

Επισημαίνεται ότι μύδια καλλιεργούνται σε μικρό βαθμό στο Μαλιακό Κόλπο, Καβάλα και Αμβρακικό Κόλπο.
Το πρόβλημα με την οστρακοκαλλιέργεια όπως τόνισε είναι ότι η χωροθέτησή τους, που έγινε προ 20ετίας και δεν έχει γίνει καμία επικαιροποίηση.

Τα τελευταία πέντε χρόνια, σύμφωνα με τον κ.Αγγελίδη, γίνονται προσπάθειες να χαρακτηριστούν οι μονάδες οστρακοκαλλιεργητικά πάρκα, μέσα σε περιοχές οργανωμένης ανάπτυξης, αλλά όπως εξήγησε, λόγω γραφειοκρατίας και απρόβλεπτων παρεμβάσεων και εμπλοκών, δεν κατέστη εφικτό

«Η οστρακοκαλλιέργεια εδώ και 30 χρόνια δεν ενοχλεί κανέναν, ωστόσο όχι μόνο δεν θεσμοθετείται, αλλά υπάρχει και ανοχή σε εκτροπές που γίνονται», τόνισε.